νύξ, νυκτός

νύξ, νυκτός
+ N 3 63-66-30-78-57=294 Gn 1,5.14.16.18; 7,4
night Gn 1,5; id. (point of time) Jdt 11,3; id. (period) Ex 24,18; id. (metaph.) Mi 3,6; νυκτός by night Ex 12,30
*Jb 18,15 ἐν νυκτὶ αὐτοῦ in his night-בלילו for MT מבלי־לו nothing (remains) in it
→ NIDNTT; TWNT

Lust (λαγνεία). 2014.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Look at other dictionaries:

  • Νυκτός — Νύξ night fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νυκτός — νύξ night fem gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • νύχτα — και νύκτα, η (ΑΜ νύξ, κτός, Μ και νύκτα) 1. το χρονικό διάστημα από τη δύση μέχρι την ανατολή τού Ηλίου, σε αντιδιαστολή προς την ημέρα (α. «μαύρη είν η νύχτα στα βουνά...» β. «καὶ ἐκάλεσεν ὁ θεὸς τὸ φῶς ἡμέραν καὶ σκότος... νύκτα», ΠΔ) 2. ζόφος …   Dictionary of Greek

  • νυκτεγερτώ — νυκτεγερτῶ και νυκτηγρετῶ, έω (Α) είμαι φρουρός και αγρυπνώ κατά τη διάρκεια τής νύχτας. [ΕΤΥΜΟΛ. < νύξ, νυκτός + ἐγερτῶ, πιθ. μέσω αμάρτυρου τ. *νυκτεγέρτης (< νύξ, νυκτός + ἐγείρω «ξαγρυπνώ»). Ο τ. νυκτηγρετῶ < νύξ, νυκτός + θ. εγρε… …   Dictionary of Greek

  • νυκτάλωψ — νυκτάλωψ, ωπος, ὁ και ἡ (Α) 1. αυτός που λόγω παθήσεως τών οφθαλμών βλέπει κατά τη διάρκεια τής νύχτας και όχι κατά τη διάρκεια τής ημέρας 2. αυτός που αδυνατεί να δει κατά τη νύχτα 3. αυτός που δεν βλέπει ούτε τη νύχτα ούτε την ημέρα 4. ως ουσ.… …   Dictionary of Greek

  • νυκτοβάτης — ο, θηλ. ις και ισσα (Α νυκτοβάτης και νυκτιβάτης και δωρ. τ. νυκτιβάτας) αυτός που σηκώνεται και περπατά τη νύχτα, ενώ είναι κοιμισμένος, ο υπνοβάτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < νύξ, νυκτός + βάτης (< βαίνω), πρβλ. υπνο βάτης. Ο τ. νυκτιβάτης < νυκτι… …   Dictionary of Greek

  • νυκτοδρόμος — και νυκτιδρόμος, ον (Α) αυτός που τρέχει, που περιπλανάται τη νύχτα. [ΕΤΥΜΟΛ. < νύξ, νυκτός + δρόμος. Ο τ. νυκτιδρόμος < νυκτι τού νύξ, νυκτός (βλ. ετυμολ. λ. νύχτα)] …   Dictionary of Greek

  • νυκτοκλέπτης — ο, θηλ. νυκτοκλέπτρια (Α νυκτικλέπτης, Μ νυκτοκλέπτης) 1. αυτός που κλέβει στη διάρκεια τής νύχτας 2. (για λύκο) αυτός που αρπάζει τα θύματά του τη νύχτα. [ΕΤΥΜΟΛ. < νύξ, νυκτός + κλέπτης. Ο αρχ. τ. νυκτικλέπτης < νυκτι τού νύξ, νυκτός (βλ …   Dictionary of Greek

  • νυκτοπλανής — και νυκτιπλανής, ές (Α) νυκτίπλανος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < νύξ, νυκτός + πλανής (< πλανῶμαι), πρβλ. ορει πλανής. Ο τ. νυκτιπλανής < νυκτι τού νύξ, νυκτός (βλ. ετυμολ. λ. νύχτα)] …   Dictionary of Greek

  • νυκτοπλοώ — νυκτοπλοῶ και νυκτιπλοῶ, έω (ΑΜ) 1. ταξιδεύω με πλοίο τη νύχτα 2. μτφ. είμαι ακριβής. [ΕΤΥΜΟΛ. < νύξ, νυκτός + πλοῶ (< πλόος < πλέω), πρβλ. ναυσι πλοώ. Ο τ. νυκτιπλοῶ < νυκτι τοῦ νύξ, νυκτός (βλ. ετυμολ. λ. νύχτα)] …   Dictionary of Greek

  • νυκτοπόρος — ο θηλ. και α (Α νυκτοπόρος και νυκτιπόρος, ον) αυτός που πορεύεται τη νύχτα, νυχτοπερπατητής νεοελλ. νυκτόβιος, ξενύχτης αρχ. ως κύριο όν. Νυκτιπόρος ονομασία ποταμού. [ΕΤΥΜΟΛ. < νύξ, νυκτός + πόρος (< πόρος «πέρασμα»), πρβλ. oδoı πόρος. Ο… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”